Γεννήθηκε το 1938 στην Πάτρα. Ο Ανδρέας Αντωνάτος μετά από σύντομη καριέρα στην Παναχαϊκή, βρέθηκε στον Πειραιά και έμελλε να γράψει με τη φανέλα του Εθνικού,σχεδόν να σημαδέψει μια ολόκληρη δεκαετία -του ’60- με την τέχνη του.
Ήταν επιτελικός μέσος, παίκτης-ορχήστρα, μπορούσε να φέρει στα μέτρα του την αντίπαλη άμυνα κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Με άριστο δεξί σουτ, γνώστης της τεχνικής, ομαδικός σε υπερθετικό βαθμό, ο Αντωνάτος διακρίθηκε ιδιαίτερα σε δύσκολα γι’αυτον χρόνια.
Και θεωρούνται δύσκολα τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του, διότι αυτός ο χαρισματικός ποδοσφαιριστής “είχε πέσει” πάνω στον Μίμη Δομάζο, με συνέπεια να φορέσει μία φορά τη φανέλα της εθνικής μας ομάδας…
Την δεκαετία του ’60, 0 Εθνικός Πειραιώς διέθετε το καλύτερο κέντρο. Αντωνάτος, Λεβεντάκος, Νικηφοράκης. Μια τριάδα που δεν άφηνε περιθώρια για «πολλά-πολλά». Έπρεπε να ιδρώσει πολύ ο αντίπαλος για να ξεπεράσει το οχυρό.
Ο Αντωνάτος διέθετε την πιο σβέλτη ποδοσφαιρική σκέψη. Άριστος στην πάσα με το δεξί, ακαταμάχητος στις βολίδες και τα πλασέ,ήταν ο φόβος και ο τρόμος για κάθε τερματοφύλακα, έτσι και βρισκόταν απέναντι του.
Όταν ο Ανδρέας Αντωνάτος σήκωνε το κεφάλι, όλοι περίμεναν τη μεγάλη μπαλιά.
Λες και είχε στα πόδια μοιρογνωμόνιο, σημάδευε κι έστελνε τη μπάλα λίγο πιο μπροστά από τα πόδια του Τάκη Χατζηϊωάννογλου.
Ο «Τσαφ», ο ταχύτερος εξτρέμ που πέρασε από τα ελληνικά γήπεδα, δεν χρειαζόταν να κάνει πολλά. Απλώς άφηνε πίσω τον αντίπαλο, προλάβαινε τη μπάλα και ήταν πλέον αντιμέτωπος με τον τερματοφύλακα.

